διδάσκαλος

διδάσκαλος
ο
βλ. δάσκαλος.

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • διδάσκαλος — teacher masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδάσκαλος — ο αυτός που μεταδίδει γνώσεις σε μαθητές, ο δάσκαλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πολλῶν ὁ λιμὸς γίγνεται διδάσκαλος. — См. Нужда скачет и пляшет, нужда и песеньки поет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • διδασκάλω — διδάσκαλος teacher masc/fem nom/voc/acc dual διδάσκαλος teacher masc/fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλοιν — διδάσκαλος teacher masc/fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλοις — διδάσκαλος teacher masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλου — διδάσκαλος teacher masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλους — διδάσκαλος teacher masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλων — διδάσκαλος teacher masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλως — διδάσκαλος teacher masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”